rationale
ra
ˌræ
tio
ʃə
shē
nale
ˈnɑ:l
naal
chaparralchoraletherewithalcoeval

Ορισμός και σημασία του "rationale"στα αγγλικά

01

η αιτιολογία, η συλλογιστική

the justification or reasoning behind a decision or argument 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rationales
Παραδείγματα
The teacher explained the rationale behind the new grading system to the students. 

Ο δάσκαλος εξήγησε τη λογική πίσω από το νέο σύστημα βαθμολόγησης στους μαθητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store