ratchet
rat
ˈræ
chet
ʧɪt
chit
rachet

Ορισμός και σημασία του "ratchet"στα αγγλικά

01

τροχός εμπλοκής, μηχανισμός εμπλοκής

a round metal part that rotates in one direction and locks in the opposite direction, used on art tools such as paintbrush handles or adjustable clamps 
ratchet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ratchets
to ratchet
01

κινείται βαθμιαία μόνο προς μια κατεύθυνση, προχωρά βήμα-βήμα σε μία μόνο κατεύθυνση

move by degrees in one direction only 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ratchet
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratchets
ενεστώτα μετοχή
ratcheting
απλός αόριστος
ratcheted
παθητική μετοχή
ratcheted
01

ακατάστατος, χυδαίος

trashy, loud, or disorderly in behavior or style; sometimes embraced positively 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ratchet
συγκριτικός βαθμός
more ratchet
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That party was totally ratchet but so much fun. 

Αυτό το πάρτι ήταν εντελώς ratchet αλλά τόσο διασκεδαστικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store