Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ratchet
01
τροχός εμπλοκής, μηχανισμός εμπλοκής
a round metal part that rotates in one direction and locks in the opposite direction, used on art tools such as paintbrush handles or adjustable clamps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ratchets
to ratchet
01
κινείται βαθμιαία μόνο προς μια κατεύθυνση, προχωρά βήμα-βήμα σε μία μόνο κατεύθυνση
move by degrees in one direction only
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ratchet
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratchets
ενεστώτα μετοχή
ratcheting
απλός αόριστος
ratcheted
παθητική μετοχή
ratcheted
ratchet
01
ακατάστατος, χυδαίος
trashy, loud, or disorderly in behavior or style; sometimes embraced positively
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ratchet
συγκριτικός βαθμός
more ratchet
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie was ratchet in the best possible way.
Η ταινία ήταν ratchet με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.



























