Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raptorial
01
ραπτοριακός, σχετικός με τα αρπακτικά πτηνά
relating to, resembling, or being a bird of prey
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
αρπακτικός, θηρευτικός
living by preying on other animals especially by catching living prey
03
raptorial (χορήγηση φαρμάκου), αρπακτικό (χορήγηση φαρμάκου)
administer a drug to
Λεξικό Δέντρο
raptorial
raptor



























