Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rapper
01
ράπερ, καλλιτέχνης ραπ
someone who performs rap music
02
χτυπητήρι πόρτας, σφυρί πόρτας
a device (usually metal and ornamental) attached by a hinge to a door
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rappers
Λεξικό Δέντρο
rapper
rap



























