Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rape
01
βιάζω, διαπράττω βιασμό
to force someone to have sex against their will, particularly by using violence or threatening them
Transitive: to rape sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rape
γ΄ ενικό πρόσωπο
rapes
ενεστώτα μετοχή
raping
απλός αόριστος
raped
παθητική μετοχή
raped
Παραδείγματα
It is crucial for law enforcement to investigate cases promptly when someone is accused of raping another individual.
Είναι κρίσιμο οι αρχές επιβολής του νόμου να ερευνούν τις υποθέσεις αμέσως όταν κάποιος κατηγορείται για βιασμό ενός άλλου ατόμου.
02
βιασμός, λεηλατώ
to violently rob or destroy something
Transitive: to rape sth
Παραδείγματα
The invaders came to rape the village, taking everything of value and leaving it in ruins.
Οι εισβολείς ήρθαν να λεηλατήσουν το χωριό, παίρνοντας ό,τι είχε αξία και αφήνοντάς το σε ερείπια.
Rape
01
βιασμός, σεξουαλική επίθεση
the criminal act of forcing someone to engage in sexual intercourse against their will
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rapes
Παραδείγματα
He was arrested for rape and sexual assault.
Συνελήφθη για βιασμό και σεξουαλική επίθεση.
02
ληστεία, καταστροφή
the act of violently plundering or destroying a country, region, or property
Παραδείγματα
The colonizers' actions led to the rape of the countryside.
Οι ενέργειες των αποικιοκρατών οδήγησαν στον βιασμό της υπαίθρου.
Λεξικό Δέντρο
raped
raper
rapist
rape



























