Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ranch
01
ράντσο, αγρόκτημα
a large farm in which animals are kept to increase their number
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ranches
Παραδείγματα
The ranch covers thousands of acres and operates year-round.
Το ράντσο καλύπτει χιλιάδες στρέμματα και λειτουργεί όλο το χρόνο.
02
ranch, σάλτσα ranch
a popular dressing or dip made with buttermilk, garlic, herbs, and other flavors, used for salads, vegetables, and snacks
Παραδείγματα
He dipped his crispy chicken nuggets into the creamy ranch.
Βούτηξε τα τραγανά nuggets κοτόπουλου του στην κρεμώδη σάλτσα ranch.
to ranch
01
διαχειρίζομαι ένα ράντσο, εκμεταλλεύομαι ένα ράντσο
manage or run a ranch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ranch
γ΄ ενικό πρόσωπο
ranches
ενεστώτα μετοχή
ranching
απλός αόριστος
ranched
παθητική μετοχή
ranched



























