Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ramp up
[phrase form: ramp]
01
αυξάνω, εντείνω
to make something increase in amount, intensity, or production
Transitive: to ramp up amount or intensity of something
Παραδείγματα
The team plans to ramp up research efforts in the next quarter.
Η ομάδα σχεδιάζει να ενισχύσει τις ερευνητικές προσπάθειες στο επόμενο τρίμηνο.
02
αυξάνω, εντείνω
to increase in amount, intensity, or production
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
ramp
ενεστώτας
ramp up
γ΄ ενικό πρόσωπο
ramps up
ενεστώτα μετοχή
ramping up
απλός αόριστος
ramped up
παθητική μετοχή
ramped up
Παραδείγματα
The pace of technological innovation continues to ramp up, with new advancements emerging regularly.
Ο ρυθμός της τεχνολογικής καινοτομίας συνεχίζει να αυξάνεται, με νέες εξελίξεις να εμφανίζονται τακτικά.



























