Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ramp up
01
αυξάνω, εντείνω
to make something increase in amount, intensity, or production
Transitive: to ramp up amount or intensity of something
Παραδείγματα
The factory ramps the production up during peak seasons.
Το εργοστάσιο αυξάνει την παραγωγή κατά τις αιχμές.
02
αυξάνω, εντείνω
to increase in amount, intensity, or production
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
ramp
ενεστώτας
ramp up
γ΄ ενικό πρόσωπο
ramps up
ενεστώτα μετοχή
ramping up
απλός αόριστος
ramped up
παθητική μετοχή
ramped up
Παραδείγματα
Sales began to ramp up as the holiday season approached.
Οι πωλήσεις άρχισαν να αυξάνονται καθώς πλησίαζε η εορταστική περίοδος.



























