Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ramble on
[phrase form: ramble]
01
αερολογώ, μακρηγορώ ασυνάρτητα
to talk or write in a long, unfocused, and aimless way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
ramble
ενεστώτας
ramble on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rambles on
ενεστώτα μετοχή
rambling on
απλός αόριστος
rambled on
παθητική μετοχή
rambled on
Παραδείγματα
She rambled on in her diary, sharing her thoughts in a stream of consciousness.
Μακρηγόρησε στο ημερολόγιό της, μοιράζοντας τις σκέψεις της σε μια ροή συνείδησης.



























