Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ramble on
01
αερολογώ, μακρηγορώ ασυνάρτητα
to talk or write in a long, unfocused, and aimless way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
ramble
ενεστώτας
ramble on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rambles on
ενεστώτα μετοχή
rambling on
απλός αόριστος
rambled on
παθητική μετοχή
rambled on
Παραδείγματα
The politician rambled on without addressing the specific concerns of the audience.
Ο πολιτικός έβγαζε ασυναρτησίες χωρίς να απαντάει στις συγκεκριμένες ανησυχίες του κοινού.



























