Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to raft
01
ταξιδεύω με σχεδία, πλέω με σχεδία
travel by raft in water
02
μετατρέπω σε σχεδία, φτιάχνω σχεδία
make into a raft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
raft
γ΄ ενικό πρόσωπο
rafts
ενεστώτα μετοχή
rafting
απλός αόριστος
rafted
παθητική μετοχή
rafted
03
μεταφέρω σε σχεδία, πλέω σε σχεδία
transport on a raft
Raft
01
σχεδία, φελλός
a board that is consisted of long pieces of a wood, reed, etc. tied together, which people use to sail or float on water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rafts
Παραδείγματα
They built a raft to cross the river during their camping trip.
Έφτιαξαν μια σχεδία για να διασχίσουν το ποτάμι κατά τη διάρκεια του καμπινγκ τους.
02
πλωτό θεμέλιο, επιπλέουσα πλάκα
a foundation (usually on soft ground) consisting of an extended layer of reinforced concrete
03
ένα πλήθος, ένας σωρός
people or things in high numbers or amounts
Παραδείγματα
The new store attracted a raft of customers eager to see the latest products.
Το νέο κατάστημα προσέλκυσε ένα πλήθος πελατών που ανυπομονούσαν να δουν τα τελευταία προϊόντα.



























