raffle
ra
ˈræ
ffle
fəl
fēl
riffleruffle

Ορισμός και σημασία του "raffle"στα αγγλικά

01

λόττο, κλήρωση

a competition where people buy tickets for a chance to win a prize, with the winner selected randomly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raffles
Παραδείγματα
She won a bike in the school raffle. 

Κέρδισε ένα ποδήλατο στο λόττο του σχολείου.

to raffle
01

κληρώνω, διανέμω με λοταρία

dispose of in a lottery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
raffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
raffles
ενεστώτα μετοχή
raffling
απλός αόριστος
raffled
παθητική μετοχή
raffled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store