Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Raffle
01
λόττο, κλήρωση
a competition where people buy tickets for a chance to win a prize, with the winner selected randomly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raffles
Παραδείγματα
She won a bike in the school raffle.
Κέρδισε ένα ποδήλατο στο λόττο του σχολείου.
to raffle
01
κληρώνω, διανέμω με λοταρία
dispose of in a lottery
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
raffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
raffles
ενεστώτα μετοχή
raffling
απλός αόριστος
raffled
παθητική μετοχή
raffled



























