Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
radios
Παραδείγματα
We enjoy listening to the radio during our road trips.
Απολαμβάνουμε να ακούμε το ραδιόφωνο κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μας.
02
ραδιόφωνο
medium for communication
03
ραδιόφωνο, ασύρματος
a device used to send and receive voice messages through invisible signals, often for communication in emergencies, transport, or security
Παραδείγματα
Firefighters stay in touch using two-way radios.
Οι πυροσβέστες παραμένουν σε επαφή χρησιμοποιώντας αμφίδρομους ραδιοφώνους.
04
ραδιόφωνο, ραδιοφωνικό πρόγραμμα
programs that are broadcast on the radio
05
ραδιόφωνο, δέκτης ραδιοφώνου
the transmission and reception of audio content through electromagnetic waves, providing a platform for delivering news, music, and other forms of entertainment to listeners
to radio
01
εκπέμπω μηνύματα μέσω ραδιοκυμάτων, μεταδίδω μέσω ραδιοφώνου
transmit messages via radio waves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
radio
γ΄ ενικό πρόσωπο
radios
ενεστώτα μετοχή
radioing
απλός αόριστος
radioed
παθητική μετοχή
radioed
radio
01
ραδιενεργός, ακτινολογικός
indicating radiation or radioactivity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























