radical
ra
ˈræ
di
di
cal
kəl
kēl
radial

Ορισμός και σημασία του "radical"στα αγγλικά

01

ριζοσπαστικός

supporting total and extreme social or political changes 
radical definition and meaning
Παραδείγματα
The radical activist advocated for the overthrow of the government to establish a new social order. 

Ο ριζοσπαστικός ακτιβιστής υποστήριξε την ανατροπή της κυβέρνησης για να θεσπίσει μια νέα κοινωνική τάξη.

02

ριζοσπαστικός, επαναστατικός

(of actions, ideas, etc.) very new and different from the norm 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most radical
συγκριτικός βαθμός
more radical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist proposed a radical theory that challenged established beliefs. 

Ο επιστήμονας πρότεινε μια ριζοσπαστική θεωρία που αμφισβήτησε καθιερωμένες πεποιθήσεις.

03

ριζικός, θεμελιώδης

originating from or relating to the root or source of something 
Παραδείγματα
The scientist studied the radical causes of the disease. 

Ο επιστήμονας μελέτησε τις ριζικές αιτίες της ασθένειας.

04

ριζικός, βασικός

(of leaves) growing at or arising from the base of a plant or directly from the root or rootstock 
Παραδείγματα
The plant has several radical leaves sprouting at its base. 

Το φυτό έχει πολλά ριζικά φύλλα που βλαστάνουν στη βάση του.

05

ριζικός, ριζοσπαστικός

of or relating to a root in language, such as the root of a word 
Παραδείγματα
The radical of the verb conveys its essential meaning. 

Η ρίζα του ρήματος μεταφέρει την ουσιαστική του σημασία.

01

ριζικό, λειτουργική ομάδα

a group of atoms bonded together that behaves as a single unit within a molecule 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
radicals
Παραδείγματα
The hydroxyl radical is highly reactive and plays a key role in many chemical reactions. 

Το υδροξυλικό ριζικό είναι πολύ δραστικό και παίζει κεντρικό ρόλο σε πολλές χημικές αντιδράσεις.

02

ριζικό, ελεύθερο ριζικό

an atom or group of atoms with at least one unpaired electron, often highly reactive 
Παραδείγματα
Free radicals can damage cells if not neutralized. 

Οι ελεύθεροι ριζοσπάστες μπορούν να βλάψουν τα κύτταρα εάν δεν εξουδετερωθούν.

03

ριζοσπάστης, εξτρεμιστής

a person who holds extreme or unconventional ideas or opinions 
Παραδείγματα
The radical spoke passionately at the town hall. 

Ο ριζοσπάστης μίλησε με πάθος στο δημαρχείο.

04

ριζικό, βασικό στοιχείο

a character or component conveying the lexical meaning of a logogram 
Παραδείγματα
The radical in the character indicates its semantic category. 

Η ριζική στο χαρακτήρα υποδεικνύει την σημασιολογική του κατηγορία.

05

ρίζα, θέμα

the form of a word after all affixes are removed 
Παραδείγματα
The radical of "unhappiness" is "happy." 

Η ρίζα της λέξης "unhappiness" είναι "happy".

06

ριζικό, ρίζα

a quantity expressed as the root of another quantity 
Παραδείγματα
The radical √16 equals 4. 

Η ρίζα √16 ισούται με 4.

Λεξικό Δέντρο

radicalize
radically
radical
radic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store