Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radiator
01
ακτινοβολητής, εκπομπός
any object that radiates energy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
radiators
1.1
καλοριφέρ, ραδιέτορας
a metal device with pipes that are filled with hot water to heat a room
Παραδείγματα
The radiator in the living room warmed up the entire space in no time.
Το καλοριφέρ στο σαλόνι ζέστανε όλο τον χώρο σε χρόνο μηδέν.
02
ψυγείο, εναλλάκτης θερμότητας
a device that cools the engine by transferring heat from the coolant to the air
Παραδείγματα
The radiator was leaking and needed to be repaired.
Ο ψυγείο έσταζε και χρειαζόταν επισκευή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
radiator
radiate
radi



























