Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radiation sickness
01
ασθένεια από ακτινοβολία
illness caused by exposure to high levels of radiation, leading to symptoms like nausea and weakness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Workers at the nuclear power plant received medical attention for radiation sickness after the accident.
Οι εργαζόμενοι στο πυρηνικό εργοστάσιο έλαβαν ιατρική περίθαλψη για ασθένεια ακτινοβολίας μετά το ατύχημα.



























