Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Radian
01
ακτίνιο, μονάδα μέτρησης γωνιών
a unit for measuring angles, defined by the angle made when the radius of a circle is laid along its edge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
radians
Παραδείγματα
Knowing the relationship between degrees and radians is essential for trigonometry.
Η γνώση της σχέσης μεταξύ μοιρών και ακτίνιων είναι απαραίτητη για την τριγωνομετρία.
Λεξικό Δέντρο
microradian
radian



























