Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quintet
01
πεντάδα, ομάδα πέντε μουσικών
a group consisting of five musicians or singers who perform together
Παραδείγματα
The brass quintet's rendition of the classic piece showcased their exceptional talent and coordination.
Η ερμηνεία του κλασικού κομματιού από το κουιντέτο χάλκινων πνευστών επέδειξε το εξαιρετικό ταλέντο και τον συντονισμό τους.
1.1
πεντάδα, μουσικό κομμάτι για πέντε τραγουδιστές ή όργανα
a musical piece written for five singers or instruments
Παραδείγματα
The woodwind quintet rehearsed diligently to perfect their interpretation of the challenging piece.
Το κουιντέτο πνευστών εξασκήθηκε επιμελώς για να τελειοποιήσει την ερμηνεία του για το απαιτητικό κομμάτι.
02
πεντάδα, πέντε
the cardinal number that is the sum of four and one
03
πεντάδα, κουιντέτο
five people considered as a unit
04
πεντάδα, ομάδα πέντε
a collection of five related items grouped together and regarded as a single unit
Παραδείγματα
The research paper analyzed a quintet of factors contributing to climate change.
Η ερευνητική εργασία ανέλυσε ένα κουιντέτο παραγόντων που συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή.



























