quilted
Pronunciation
/ˈkwɪɫtɪd/

Ορισμός και σημασία του "quilted"στα αγγλικά

01

ραμμένος, στρωμένος

stitched together in a decorative pattern, creating a padded or textured surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quilted
συγκριτικός βαθμός
more quilted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wrapped herself in a quilted blanket while reading a book by the fireplace.
Τυλίχτηκε σε μια ραμμένη κουβέρτα ενώ διάβαζε ένα βιβλίο δίπλα στο τζάκι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store