Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Quiescence
01
ησυχία, ανάπαυση
the state of resting quietly without doing any activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ησυχία, προσωρινή αδράνεια
a possibly temporary state in which a disease is inactive
Λεξικό Δέντρο
quiescency
quiescence
quiesce



























