Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quicken
01
επιταχύνω, επισπεύδω
to speed up or accelerate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
quicken
γ΄ ενικό πρόσωπο
quickens
ενεστώτα μετοχή
quickening
απλός αόριστος
quickened
παθητική μετοχή
quickened
02
αναζωογονώ, δίνω νέα ενέργεια
give new life or energy to
03
ζωντανεύω, δείχνω σημάδια ζωής
show signs of life
04
ζωντανεύω, ενεργοποιώ
give life or energy to
05
οξύνω, διεγείρω
make keen or more acute
Λεξικό Δέντρο
quickener
quickening
quicken



























