to quicken
Pronunciation
/ˈkwɪkən/

Ορισμός και σημασία του "quicken"στα αγγλικά

to quicken
01

επιταχύνω, επισπεύδω

to speed up or accelerate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
quicken
γ΄ ενικό πρόσωπο
quickens
ενεστώτα μετοχή
quickening
απλός αόριστος
quickened
παθητική μετοχή
quickened
02

αναζωογονώ, δίνω νέα ενέργεια

give new life or energy to
03

ζωντανεύω, δείχνω σημάδια ζωής

show signs of life
04

ζωντανεύω, ενεργοποιώ

give life or energy to
05

οξύνω, διεγείρω

make keen or more acute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store