Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to queue up
[phrase form: queue]
01
παίρνω σειρά, στέκομαι στην ουρά
to form a line or queue, often with a specific order, while waiting for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
queue
ενεστώτας
queue up
γ΄ ενικό πρόσωπο
queues up
ενεστώτα μετοχή
queuing up
απλός αόριστος
queued up
παθητική μετοχή
queued up
Παραδείγματα
Can you please queue up behind the others in the waiting room?
Μπορείτε να παραταχθείτε πίσω από τους άλλους στην αίθουσα αναμονής;



























