Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
questioning
01
ερωτηματικός, περίεργος
actively seeking information or clarification, often due to doubt or curiosity about something
Παραδείγματα
Her questioning nature made her a great investigator, always seeking the truth.
Η ερωτηματική φύση της την έκανε μια μεγάλη ερευνήτρια, πάντα αναζητώντας την αλήθεια.
02
ερωτηματικός, μπερδεμένος
perplexed (as if being expected to know something that you do not know)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most questioning
συγκριτικός βαθμός
more questioning
διαβαθμίσιμο
03
αμφισβητικός, σκεπτικός
marked by or given to doubt
Questioning
01
ανάκριση, ερώτηση
the act of asking someone for information, often by authorities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
questionings
Παραδείγματα
Investigators intensified the questioning to clarify the suspect's involvement in the crime.
Οι ερευνητές ενίσχυσαν την ανάκριση για να διευκρινίσουν την εμπλοκή του υπόπτου στο έγκλημα.
Λεξικό Δέντρο
questioningly
unquestioning
questioning
question



























