queasy
quea
ˈkwi:
kvi
sy
zi
zi
sleazyuneasycheesy

Ορισμός και σημασία του "queasy"στα αγγλικά

01

ναυτία, δυσφορία

feeling discomfort or nausea 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
queasiest
συγκριτικός βαθμός
queasier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mary felt queasy after eating too much candy at the fair. 

Η Μέρι αισθάνθηκε αδιαθεσία αφού έφαγε πολλές καραμέλες στο πανηγύρι.

02

ναυτιώδης, νευρικός

causing a feeling of nausea or expressing nervousness 
03

προκαλεί ναυτία, ναυτιώδης

causing or able to cause nausea 

Λεξικό Δέντρο

queasily
queasiness
queasy
queas
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store