queasy
quea
ˈkwi
κουι
sy
zi
ζι
/kwˈiːzi/

Ορισμός και σημασία του "queasy"στα αγγλικά

01

ναυτία, δυσφορία

feeling discomfort or nausea
Παραδείγματα
Emily's queasy sensation was relieved after she took some over-the-counter medication for indigestion.
Η αίσθηση ναυτίας της Έμιλυ βελτιώθηκε αφού πήρε κάποια χωρίς ιατρική συνταγή φάρμακα για την δυσπεψία.
02

ναυτιώδης, νευρικός

causing a feeling of nausea or expressing nervousness
03

προκαλεί ναυτία, ναυτιώδης

causing or able to cause nausea

Λεξικό Δέντρο

queasily
queasiness
queasy
queas
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store