quantitative
Pronunciation
/ˈkwɑntəˌteɪtɪv/

Ορισμός και σημασία του "quantitative"στα αγγλικά

quantitative
01

ποσοτικός, αριθμητικός

related to or involving numbers or amounts, not quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's performance was assessed using quantitative metrics such as revenue growth and market share.
Η απόδοση της εταιρείας αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας ποσοτικές μετρικές όπως η ανάπτυξη των εσόδων και το μερίδιο αγοράς.
02

ποσοτικός, μετρικός

(of verse or poetry) employing a metric system based on the relative duration of syllables
Παραδείγματα
Quantitative metrics distinguish classical from accentual verse.
Οι ποσοτικές μετρικές διακρίνουν τον κλασικό στίχο από τον τονικό στίχο.

Λεξικό Δέντρο

quantitatively
quantitative
quantity
quant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store