Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quantitative
01
ποσοτικός, αριθμητικός
related to or involving numbers or amounts, not quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
research, mathematics, analysis
Παραδείγματα
The study used quantitative data to analyze the correlation between income and happiness.
Η μελέτη χρησιμοποίησε ποσοτικά δεδομένα για να αναλύσει τη συσχέτιση μεταξύ εισοδήματος και ευτυχίας.
02
ποσοτικός, μετρικός
(of verse or poetry) employing a metric system based on the relative duration of syllables
Παραδείγματα
Ancient Greek poetry is largely quantitative in nature.
Η αρχαία ελληνική ποίηση είναι κατά βάση ποσοτική στη φύση της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
quantitatively
quantitative
quantity
quant



























