Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pyrotechnic
01
πυροτεχνήματος, πυροτέχνημα
(usually plural) a device with an explosive that burns at a low rate and with colored flames; can be used to illuminate areas or send signals etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pyrotechnics
pyrotechnic
01
πυροτεχνημάτων
related to the skill of making fireworks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
πυροτεχνημάτων, σχετικός με τη χρήση της φωτιάς για σηματοδότηση ή ψυχαγωγία
related to using fire for signaling or entertaining
Λεξικό Δέντρο
pyrotechnical
pyrotechnic
pyrotechn



























