Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pyrography
01
πυρογραφία, τέχνη της πυρογραφίας
the art or technique of decorating wood or other materials by burning a design onto the surface using a heated tool or instrument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























