Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bank account
01
τραπεζικός λογαριασμός, λογαριασμός σε τράπεζα
a financial arrangement between a person and a bank that allows them to put money in and take money out whenever they need to
Παραδείγματα
You can check your bank account balance using the bank ’s mobile app.
Μπορείτε να ελέγξετε το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού σας χρησιμοποιώντας την εφαρμογή του κινητού της τράπεζας.



























