Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pyramidal
01
πυραμιδοειδής, σε σχήμα πυραμίδας
resembling a structure with a polygonal base and triangular sides, often tapering to a point at the apex
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, architecture, shape
Παραδείγματα
The ancient Mayan temple had a pyramidal structure, showcasing architectural precision.
Ο αρχαίος ναός των Μάγια είχε πυραμιδική δομή, που παρουσίαζε αρχιτεκτονική ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pyramidal
pyramid



























