Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pygmalion
01
Πυγμαλίων, ένας γλύπτης που ερωτεύτηκε το δικό του ελεφαντόδοντο άγαλμα μιας γυναίκας και προσευχήθηκε στη θεά Αφροδίτη να το ζωντανέψει
a sculptor who fell in love with his own ivory statue of a woman and prayed to the goddess Aphrodite to bring it to life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
κύριο
πληθυντικός τύπος
pygmalions
αρσενικό ενικό
pygmalion
neutral form
sculptor
LanGeek



























