Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Putting
01
putt, δράση του putt
hitting a golf ball that is on the green using a putter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
puttings
Λεξικό Δέντρο
putting
putt



























