putting
pu
ˈpə
πα
tting
tɪng
τινγκ
/pˈʊtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "putting"στα αγγλικά

01

putt, δράση του putt

hitting a golf ball that is on the green using a putter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
puttings

Λεξικό Δέντρο

putting
putt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store