putative
Pronunciation
/ˈpjutətɪv/

Ορισμός και σημασία του "putative"στα αγγλικά

01

υποτιθέμενος, θεωρούμενος

considered true and accepted by all but not known for a fact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most putative
συγκριτικός βαθμός
more putative
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store