Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Putamen
01
πουτάμεν, ένα μέρος των βασικών γαγγλίων στον εγκέφαλο
a part of the basal ganglia in the brain, involved in motor control and coordination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
putamens



























