Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pussycat
01
γατούλα, γατάκι
a familiar term used to refer to domestic cats in a playful or endearing manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pussycats
02
καλόκαρδος, ήπιος άνθρωπος
a person who is regarded as easygoing and agreeable
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pussycat
pussy
cat



























