bane
bane
beɪn
μπειν
vainveinDanepain

Ορισμός και σημασία του "bane"στα αγγλικά

01

μιάσμα, κατάρα

something that causes continual trouble, misery, or destruction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
banes
Παραδείγματα
His arrogance was the bane of his leadership. 

Η αλαζονεία του ήταν η κατάρα της ηγεσίας του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

baneful
bane
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store