bane
bane
beɪn
μπειν
/bˈe‍ɪn/

Ορισμός και σημασία του "bane"στα αγγλικά

01

μιάσμα, κατάρα

something that causes continual trouble, misery, or destruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
banes
Παραδείγματα
Her perfectionism proved to be the bane of her creativity.
Ο τελειομανισμός της αποδείχθηκε ο μιάς της δημιουργικότητάς της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store