Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bane
01
μιάσμα, κατάρα
something that causes continual trouble, misery, or destruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
banes
Παραδείγματα
Her perfectionism proved to be the bane of her creativity.
Ο τελειομανισμός της αποδείχθηκε ο μιάς της δημιουργικότητάς της.
Λεξικό Δέντρο
baneful
bane



























