Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push up
[phrase form: push]
01
σπρώχνω προς τα πάνω, σηκώνω
to move something in an upward direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push up
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes up
ενεστώτα μετοχή
pushing up
απλός αόριστος
pushed up
παθητική μετοχή
pushed up
Παραδείγματα
The child reached out to push up the toy that had fallen under the table.
Το παιδί έτεινε το χέρι του για να σπρώξει προς τα πάνω το παιχνίδι που είχε πέσει κάτω από το τραπέζι.
02
ωθώ προς τα πάνω, αυξάνω
to cause an increase in the amount, number, or value of something
Παραδείγματα
The limited supply coupled with increased demand quickly pushed the prices of the collectibles up.
Η περιορισμένη προσφορά σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση έσπρωξε γρήγορα τις τιμές των συλλεκτικών αντικειμένων προς τα πάνω.



























