Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push up
01
σπρώχνω προς τα πάνω, σηκώνω
to move something in an upward direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push up
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes up
ενεστώτα μετοχή
pushing up
απλός αόριστος
pushed up
παθητική μετοχή
pushed up
Παραδείγματα
The crowd cheered as the player jumped and pushed the ball up into the basket.
Το πλήθος ζητωκραύγασε καθώς ο παίκτης πήδηξε και έσπρωξε την μπάλα προς το καλάθι.
02
ωθώ προς τα πάνω, αυξάνω
to cause an increase in the amount, number, or value of something
Παραδείγματα
High demand for the product pushed up its price.
Η υψηλή ζήτηση για το προϊόν ανέβασε την τιμή του.



























