Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push through
01
περνώ με το ζόρι, σπρώχνω να περάσω
to forcefully make one's way out or through a physical barrier or a crowd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push through
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes through
ενεστώτα μετοχή
pushing through
απλός αόριστος
pushed through
παθητική μετοχή
pushed through
Παραδείγματα
The crowd was so dense that it took her a while to push through.
Το πλήθος ήταν τόσο πυκνό που της πήρε λίγο χρόνο να προωθηθεί.
02
περάσει, ωθήσει για έγκριση
to successfully get a law or proposal officially approved
Παραδείγματα
After months of negotiations, they managed to push through the new policy.
Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, κατάφεραν να περάσουν τη νέα πολιτική.



























