Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to push through
01
περνώ με το ζόρι, σπρώχνω να περάσω
to forcefully make one's way out or through a physical barrier or a crowd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
push
ενεστώτας
push through
γ΄ ενικό πρόσωπο
pushes through
ενεστώτα μετοχή
pushing through
απλός αόριστος
pushed through
παθητική μετοχή
pushed through
Παραδείγματα
The trapped miners pushed their way through the debris to reach safety.
Οι παγιδευμένοι ανθρακωρύχοι προσπάθησαν να διασχίσουν τα ερείπια για να φτάσουν σε ασφαλές μέρος.
02
περάσει, ωθήσει για έγκριση
to successfully get a law or proposal officially approved
Παραδείγματα
With a lot of persistence, they were able to push their proposal through the board of directors.
Με πολύ επιμονή, κατάφεραν να περάσουν την πρότασή τους μέσω του διοικητικού συμβουλίου.



























