purveyor
Pronunciation
/pɝˈveɪɝ/

Ορισμός και σημασία του "purveyor"στα αγγλικά

01

προμηθευτής, παρόχος

a person or company that provides the need for goods, services, or information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
purveyors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store