pursuer
pur
πα
suer
ˈsju:ə
σγουα
purser

Ορισμός και σημασία του "pursuer"στα αγγλικά

01

καταδιώκτης, κυνηγός

a person or thing that chases, follows, or tries to catch something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pursuers
Παραδείγματα
The pursuer quickly caught up with the runaway thief. 

Ο καταδιώκων πρόλαβε γρήγορα τον φεύγοντα κλέφτη.

02

καταδιώκτης, κυνηγός

a person who pursues some plan or goal 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pursuer
pursue
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store