pursuer
Pronunciation
/pɝˈsuɝ/

Ορισμός και σημασία του "pursuer"στα αγγλικά

01

καταδιώκτης, κυνηγός

a person or thing that chases, follows, or tries to catch something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pursuers
Παραδείγματα
The pursuer's footsteps echoed in the empty alley.
Τα βήματα του καταδιώκοντα αντηχούσαν στο άδειο σοκάκι.
02

καταδιώκτης, κυνηγός

a person who pursues some plan or goal

Λεξικό Δέντρο

pursuer
pursue
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store