Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pursuer
01
καταδιώκτης, κυνηγός
a person or thing that chases, follows, or tries to catch something or someone
Παραδείγματα
The pursuer's footsteps echoed in the empty alley.
Τα βήματα του καταδιώκοντα αντηχούσαν στο άδειο σοκάκι.
02
καταδιώκτης, κυνηγός
a person who pursues some plan or goal
Λεξικό Δέντρο
pursuer
pursue



























