pursuant
Pronunciation
/pɝˈsuənt/

Ορισμός και σημασία του "pursuant"στα αγγλικά

01

καταδιώκων, σε καταδίωξη

actively chasing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pursuant
συγκριτικός βαθμός
more pursuant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A pursuant wind followed them as they sailed toward the distant shore.
Ένας καταδιώκων άνεμος τους ακολουθούσε καθώς πλέονταν προς την μακρινή ακτή.

Λεξικό Δέντρο

pursuant
pursue
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store