Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pursuant
01
καταδιώκων, σε καταδίωξη
actively chasing something
Παραδείγματα
A pursuant wind followed them as they sailed toward the distant shore.
Ένας καταδιώκων άνεμος τους ακολουθούσε καθώς πλέονταν προς την μακρινή ακτή.
Λεξικό Δέντρο
pursuant
pursue



























