pursuant
pur
suant
ˈsju:ənt
syooēnt
confluentfluenttruant

Ορισμός και σημασία του "pursuant"στα αγγλικά

01

καταδιώκων, σε καταδίωξη

actively chasing something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pursuant
συγκριτικός βαθμός
more pursuant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pursuant hounds raced after the fox as it darted through the woods. 

Τα κυνηγητικά σκυλιά έτρεξαν πίσω από την αλεπού καθώς έτρεχε μέσα από το δάσος.

Λεξικό Δέντρο

pursuant
pursue
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store