purchaser
pur
ˈpɜ:
cha
ʧə
chē
ser

Ορισμός και σημασία του "purchaser"στα αγγλικά

01

αγοραστής, ακουαϊρέρ

a person who buys 
purchaser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
purchasers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

purchaser
purchase
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store