pup
Pronunciation
/ˈpəp/
pupped

Ορισμός και σημασία του "pup"στα αγγλικά

01

κουτάβι, λυκάκι

a young dog, wolf, seal, etc.
pup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pups
02

αρχάριος, άπειρος

an inexperienced young person
to pup
01

γεννώ, γεννώ ένα κουτάβι

give birth to (a puppy)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pup
γ΄ ενικό πρόσωπο
pups
ενεστώτα μετοχή
pupping
απλός αόριστος
pupped
παθητική μετοχή
pupped

Λεξικό Δέντρο

pupal
pup
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store