Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punky
01
πανκ, με εμφάνιση ή στάση χαρακτηριστική των μουσικών πανκ
having an appearance or attitude that is characteristic of people who play punk music
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
punkiest
συγκριτικός βαθμός
punkier
διαβαθμίσιμο
02
πανκ, πανκ ροκ
denoting or resembling punk rock in style
Punky
01
μικρό έντομο που ρουφάει αίμα, μικρό δίπτερο έντομο
minute two-winged insect that sucks the blood of mammals and birds and other insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
punkies



























