Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Punchball
01
μπάλα πυγμαχίας, σακούλα πυγμαχίας
an inflated ball or bag that is suspended and punched for training in boxing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
punchballs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
punchball
punch
ball



























