to punch in
punch
pʌnʧ
panch
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "punch in"στα αγγλικά

to punch in
01

καταγράφω την άφιξη, πατάω κάρτα

to manually register the time of one's arrival at work by pushing a button on a machine 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
punch
ενεστώτας
punch in
γ΄ ενικό πρόσωπο
punches in
ενεστώτα μετοχή
punching in
απλός αόριστος
punched in
παθητική μετοχή
punched in
Παραδείγματα
Employees must punch in at the beginning of their shifts to record their work hours accurately. 

Οι εργαζόμενοι πρέπει να καρφώνουν στην αρχή των βάρδιών τους για να καταγράφουν με ακρίβεια τις ώρες εργασίας τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store