pun
pun
pʌn
pan
hundunshundone
punned

Ορισμός και σημασία του "pun"στα αγγλικά

01

λογοπαίγνιο, καλαμπούρι

a clever or amusing use of words that takes advantage of the multiple meanings or interpretations that it has 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
puns
Παραδείγματα
She made a clever pun during the meeting that had everyone laughing. 

Έκανε ένα έξυπνο λογοπαίγνιο κατά τη διάρκεια της συνάντησης που έκανε όλους να γελάσουν.

to pun
01

κάνω λογοπαίγνιο, παίζω με τις λέξεις

make a play on words 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pun
γ΄ ενικό πρόσωπο
puns
ενεστώτα μετοχή
punning
απλός αόριστος
punned
παθητική μετοχή
punned
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store