Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pun
01
λογοπαίγνιο, καλαμπούρι
a clever or amusing use of words that takes advantage of the multiple meanings or interpretations that it has
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
puns
Παραδείγματα
The pun in the advertisement was so funny that it went viral on social media.
Το λογοπαίγνιο στη διαφήμιση ήταν τόσο αστείο που έγινε viral στα social media.
to pun
01
κάνω λογοπαίγνιο, παίζω με τις λέξεις
make a play on words
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pun
γ΄ ενικό πρόσωπο
puns
ενεστώτα μετοχή
punning
απλός αόριστος
punned
παθητική μετοχή
punned



























