Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pullet
01
νεαρό κοτόπουλο, κοτόπουλο μεσαίου μεγέθους
flesh of a medium-sized young chicken suitable for frying
02
νεαρή κότα, κοτοπουλάκι
young hen usually less than a year old
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
pullets
αρσενικό ενικό
cockerel
θηλυκό ενικό
pullet
neutral form
chick
LanGeek



























