pullet
pu
ˈpʊ
poo
llet
lɪt
lit
pelletpallet

Ορισμός και σημασία του "pullet"στα αγγλικά

01

νεαρό κοτόπουλο, κοτόπουλο μεσαίου μεγέθους

flesh of a medium-sized young chicken suitable for frying 
pullet definition and meaning
02

νεαρή κότα, κοτοπουλάκι

young hen usually less than a year old 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pullets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store