to  pull  one's weight
pull
pʊl
pool
<i>one's</i>
wʌnz
vanz
weight
weɪt
veit

Ορισμός και σημασία του "pull one's weight"στα αγγλικά

to pull one's weight
01

κάνω τη δουλειά που μου αναλογεί, αναλαμβάνω το μερίδιο ευθύνης μου

to complete one's responsibilities regarding a group task, project, work, etc. 
to [pull] {one's} weight definition and meaning
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
Everyone on the team has to pull their weight. 

Όλοι στην ομάδα πρέπει να κάνουν τη δουλειά που τους αναλογεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store