puissant
Pronunciation
/pjˈuːɪsənt/

Ορισμός και σημασία του "puissant"στα αγγλικά

01

ισχυρός, επιδραστικός

having great power or influence, especially in a commanding or dignified way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most puissant
συγκριτικός βαθμός
more puissant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The general 's puissant leadership turned the tide of battle.
Η ισχυρή ηγεσία του στρατηγού άλλαξε την πορεία της μάχης.

Λεξικό Δέντρο

impuissant
puissant
puiss
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store