puissant
pui
ˈpju:ɪ
pyooi
ssant
sənt
sēnt
pissant

Ορισμός και σημασία του "puissant"στα αγγλικά

01

ισχυρός, επιδραστικός

having great power or influence, especially in a commanding or dignified way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most puissant
συγκριτικός βαθμός
more puissant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The king was a puissant ruler, feared and respected across the land. 

Ο βασιλιάς ήταν ένας ισχυρός κυβερνήτης, που φοβόταν και σεβόταν σε όλη τη χώρα.

Λεξικό Δέντρο

impuissant
puissant
puiss
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store