Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puissant
01
ισχυρός, επιδραστικός
having great power or influence, especially in a commanding or dignified way
Παραδείγματα
The general 's puissant leadership turned the tide of battle.
Η ισχυρή ηγεσία του στρατηγού άλλαξε την πορεία της μάχης.
Λεξικό Δέντρο
impuissant
puissant
puiss



























