Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puissant
01
ισχυρός, επιδραστικός
having great power or influence, especially in a commanding or dignified way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most puissant
συγκριτικός βαθμός
more puissant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The king was a puissant ruler, feared and respected across the land.
Ο βασιλιάς ήταν ένας ισχυρός κυβερνήτης, που φοβόταν και σεβόταν σε όλη τη χώρα.
Λεξικό Δέντρο
impuissant
puissant
puiss



























