Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Puissance
01
δύναμη
power to influence or coerce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ισχύς
a high-jump competition in equestrian sports
Παραδείγματα
The crowd eagerly awaited the thrilling puissance event at the horse show.
Το πλήθος περίμενε με ανυπομονησία το συναρπαστικό γεγονός puissance στην έκθεση αλόγων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impuissance
puissance
puiss



























